Άννα Χουσιάδα
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Η προνοσοκομειακή διαλογή, αν και καθοριστική για την τελική έκβαση του περιστατικού, δυστυχώς δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτενούς μελέτης στην Ελλάδα.
Εφαρμόζεται κυρίως σε περιστατικά μαζικών απωλειών υγείας, όπως σε φυσικές καταστροφές, τρομοκρατικές ενέργειες και πολέμους, και διενεργείται από τους διασώστες στον τόπο του συμβάντος. Στοχεύει, δε, στην ορθολογική κατανομή των διαθέσιμων πόρων, με απώτερο σκοπό τη μεγιστοποίηση του αριθμού των επιζώντων. Θεμελιώδης αρχή που διέπει την προνοσοκομειακή διαλογή είναι ότι η προσωπική ασφάλεια των διασωστών προέχει της διάσωσης, καθώς η απώλειά τους επιδεινώνει την κατάσταση αντί να τη βελτιώνει.
Στην Ελλάδα, η διαδικασία της προνοσοκομειακού τριάζ δεν έχει πλήρως τυποποιηθεί, με αποτέλεσμα να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διαίσθηση και την εμπειρία των διασωστών. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται προέρχονται από διεθνώς αναγνωρισμένα συστήματα, όπως τα ABCDE, START, JumpSTART και SALT.
Το σύστημα ABCDE δεν αποτελεί μέθοδο διαλογής καθαυτή, αλλά εργαλείο ταχείας εκτίμησης και άμεσης αντιμετώπισης της κατάστασης του ασθενούς, το οποίο συνοδεύει αναγκαστικά τη διαδικασία του τριάζ. Τα υπόλοιπα συστήματα προβλέπουν τη χρωματική κατηγοριοποίηση των περιστατικών ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασής τους. Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, όλα στοχεύουν στην ορθολογική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων και στη βέλτιστη διακομιδή των τραυματιών στο νοσοκομείο.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο τηλεφωνικό τριάζ, το οποίο πραγματοποιείται κατά την κλήση αριθμών έκτακτης ανάγκης (166 και 112). Σε αντίθεση με τα προαναφερθέντα συστήματα, δεν περιορίζεται σε μαζικές καταστροφές, αλλά λειτουργεί ως το πρώτο φίλτρο αξιολόγησης στο προνοσοκομειακό σύστημα, συμβάλλοντας στην ορθολογική κατανομή των πόρων και, κυρίως, των ασθενοφόρων.
Η διαδικασία της διαλογής εγείρει σοβαρά νομικά ζητήματα, καθώς η ιεράρχηση ορισμένων ασθενών συνεπάγεται την εγκατάλειψη άλλων, οι οποίοι ενδεχομένως θα μπορούσαν να επιβιώσουν υπό διαφορετικές συνθήκες. Εξάλλου, βάσει του Π.Δ. 62/2007, ο διασώστης φέρει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση παροχής άμεσης βοήθειας. Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, είναι κατά πόσο οι διασώστες υπέχουν ποινική ευθύνη για τέτοιες αποφάσεις. Ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης για την ευθύνη των διασωστών, η αξιολόγηση των πράξεών τους γίνεται με βάση τον Ποινικό Κώδικα.
Τα εγκλήματα που στοιχειοθετούνται από την παράλειψη ασθενούς είναι αυτά της έκθεσης (άρθρο 306 ΠΚ), της παράλειψης προσφοράς βοήθειας (άρθρο 307 ΠΚ) και της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου (άρθρο 288 ΠΚ). Ωστόσο, η θεωρία της σύγκρουσης καθηκόντων μπορεί να λειτουργήσει ως λόγος άρσης του αδίκου, όταν ο διασώστης καλείται να επιλέξει μεταξύ αντικρουόμενων υποχρεώσεων, δηλαδή της διάσωσης περισσότερων τραυματιών. Εναλλακτικά, μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη περί αδυναμίας αποφυγής του αδίκου (άρθρο 33 ΠΚ) ως λόγος άρσης καταλογισμού, καθώς λόγω της ψυχικής πίεσης που ασκείται στον διασώστη, αδυνατεί να δράσει σύμφωνα με το δίκαιο.
Το επάγγελμα του διασώστη είναι από τα πιο απαιτητικά του χώρου της παροχής υπηρεσιών υγείας, εξαιτίας της έντονης ψυχολογικής πίεσης της λήψης άμεσων και καθοριστικών για τον ασθενή αποφάσεων. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαία η θέσπιση ενός ενιαίου και σαφώς καθορισμένου συστήματος προνοσοκομειακής διαλογής, το οποίο θα μειώνει τον κίνδυνο σφαλμάτων. Παράλληλα, απαιτείται ειδικό νομικό πλαίσιο ευθύνης που να αναγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος και να προστατεύει τους διασώστες, όταν ενεργούν σύμφωνα με καθιερωμένα πρωτόκολλα, ενσωματώνοντας την αρχή ότι «ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα».